«Περιμένοντας τον Γκοντό» – Το Τέταρτο Κουδούνι
Από Γιώργος Δ.Κ. Σαρηγιάννης

«Εξοχικός δρόμος με δέντρο. Σούρουπο» λέει η πρώτη σκηνική οδηγία του έργου. Ο Βλαδίμηρος κι ο Εστραγκόν -Ντιντί και Γκογκό, τα χαϊδευτικά που χρησιμοποιούν μεταξύ τους, εδώ και πενήντα χρόνια που ’ναι καταδικασμένοι -ή τυχεροί;- να ζουν μαζί: δυο «αλήτες», δυο περιθωριακοί στη μέση του πουθενά -σ’ έναν ου τόπον. Ξανασυναντιούνται -είχαν συναντηθεί και την προηγούμενη μέρα, κάτι που ο Εστραγκόν δε θυμάται, στον ίδιο τόπο, την ίδια ώρα, λίγο πριν νυχτώσει. Για να περιμένουν. Κάποιον Γκοντό. Τους το ’χει υποσχεθεί ότι θα ’ρθει. Ειν’ η ελπίδα τους. Δεν ξέρουν ούτε το γιατί ούτε το πώς ούτε το πότε ακριβώς. Αλλά θεωρούν ότι θα τους προσφέρει τη λύτρωση απ’ τα δεινά του ζην. Και τον περιμένουν. Κι ενώ τον περιμένουν, εμφανίζεται ο Πότζο, ένας αυταρχικός δυνάστης με μαστίγιο που σέρνει μαζί του τον «νούκο» του -ένα σκλάβο, ένα αλλόκοτο πλάσμα που το βασανίζει και το μεταχειρίζεται χυδαία, αν και «πολλά του χρωστάει». Είναι ο Λάκι. Που θα εκραγεί σε μια «παράλογη» αλλά καθόλου ακατανόητη… λογοδιάρροια. Όταν φύγουν, ένα αγόρι-«άγγελος» που υπηρετεί τον Γκοντό θα τους φέρει το μήνυμα ότι ο Γκοντό δεν μπορεί να ’ρθει παρά την επομένη. Και, μετά, ξαφνικά, θα πεσ’ η νύχτα. Την επομένη, στον ίδιο τόπο, την ίδια ώρα, ο Βλαδίμηρος κι ο Εστραγκόν ξανασυναντιούνται -είχαν συναντηθεί και την προηγούμενη μέρα, κάτι που ο Εστραγκόν δε θυμάται, στον ίδιο τόπο, την ίδια ώρα, λίγο πριν νυχτώσει. Για να περιμένουν. Κάποιον Γκοντό. Τους το ’χει υποσχεθεί ότι θα ’ρθει. Ειν’ η ελπίδα τους. Δεν ξέρουν ούτε το γιατί ούτε το πώς ούτε το πότε ακριβώς. Αλλά θεωρούν ότι θα τους προσφέρει τη λύτρωση απ’ τα δεινά του ζην. Και τον περιμένουν. Κι ενώ τον περιμένουν, επανεμφανίζονται ο Πότζο κι ο Λάκι. Αλλά ο Πότζο είναι πια τυφλός και περιδεής κι ο Λάκι μουγκός. Όταν φύγουν, ένα αγόρι-«άγγελος» που υπηρετεί τον Γκοντό -και ισχυρίζεται ότι δεν είναι το αγόρι της ροηγούμενης μέρας αλλά μπορεί να ’ναι ο αδελφός του- θα τους φέρει το μήνυμα ότι ο Γκοντό δεν μπορεί να ’ρθει παρά την επομένη. Και, μετά, ξαφνικά, θα πεσ’ η νύχτα. Την επομένη θα επαναληφθεί προφανώς το ίδιο. Ο Βλαδίμηρος κι ο Εστραγκόν προσπαθούν να διασκεδάσουν την αναμονή. Με λογοπαίγνια, με ανέκδοτα, παίζοντας με τα καπέλα τους, ασχολούμενοι με τις αρβύλες και τα πληγωμένα πόδια του Εστραγκόν, με πεσμένα παντελόνια… -κλοουνίστικα τερτίπια. Αλλά και φλερτάροντας με την ιδέα να κρεμαστούν απ’ το ξεραμένο δέντρο. Όμως, είτε δεν έχουν σκοινί είτε το σκοινί που ’χουν είναι σάπιο: είναι καταδικασμένοι να ζουν. Και, κάθε φορά που δηλώνουν ότι φεύγουν, μένουν ακούνητοι, ασάλευτοι, καθηλωμένοι. Όπως καθηλωμένος μοιάζει να ’ναι κι ο χρόνος. Το μόνο φως είναι τα λίγα καινούργια, φρέσκα, πράσινα φυλλαράκια που εμφανίζονται, τη δεύτερη μέρα, στο ξεραμένο δέντρο. Ο Σάμιουελ Μπέκετ με το «Περιμένοντας τον Γκοντό», μια «ιλαροτραγωδία σε δυο πράξεις», όπως έχει χαρακτηρίσει το έργο, γραμμένη (1948-1949), αρχικά, στα γαλικά και πρωτοανεβασμένη (1953) στα γαλικά -ο ιρλανδός συγγραφέας ήταν εγκατεστημένος στο Παρίσι- έγραψε, κατά τη γνώμη μου, το ένα απ’ τα δυο, μαζί με το -δικό του επίσης- «Τέλος του παιχνιδιού», κορυφαία θεατρικά έργα του 20ου αιώνα: μια ελεγεία της υπαρξιακής οδύνης. Ο Θεός είναι απών -ο Γκοντό με τη μακριά λευκή γενειάδα, που υπόσχεται αλλά ποτέ δεν έρχεται να βοηθήσει, όσο κι αν το αρνιόταν ο Μπέκετ, δεν μπορεί παρά ο Θεός (god) να ’ναι. Ο συγγραφέας ανατέμνει παραβολικά, με μέσα απλά, με διαλόγους ανάλαφρους, ενίοτε τολμηρούς, αθυρόστομους, με τους τρόπους της φάρσας-ακριβώς για μια ιλαροτραγωδία πρόκειται, κάτι σαν παράσταση τσίρκου που θα μπορούσε να παίζεται και σε πίστα τσίρκου- την τραγωδία της ζωής, βαθιά αλλά στεγνά απελπισμένος: «Ξεγεννάνε καβάλα σ’ ένα τάφο, αστράφτει το φως μια στιγμή, κι ύστερα πάλι σκοτάδι» λέει ο Πότζο. Θα μπορούσε να ’ναι -είναι- ένα φιλοσοφικό δοκίμιο. Αλλά είναι κι έργο θεατρικό με το οποίο ο Μπέκετ μουσικήν ποιεί: το κείμενό του, με τους δυο περιθωριακούς ήρωές του να μιλούν άλλοτε αλήτικα κι άλλοτε ποιητικά, με τις συνεχείς επαναλήψεις, με το βασικό θέμα «-Περιμένουμε τον Γκοντό. -Α, ναι» να επανέρχεται σαν λάιτ μοτίφ. Κι οι δυο πράξεις του έργου μοιάζουν με δυο μουσικές κινήσεις, με δυο παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Η Έλενα Μαυρίδου, που ’χει επωμιστεί τη σκηνοθεσία αλλά και τη δραματουργία, πάνω στην αγέραστη, αν και ηλικίας σχεδόν 35 χρόνων, εξαίρετη μετάφραση της Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου, έχει σεβαστεί, παρά τις περικοπές που ’χει κάνει, το έργο ακουμπώντας βασικά στο κλοουνίστικο στοιχείο. Το οποίο χειρίζεται κινησιολογικά και ρυθμολογικά άψογα. Έχοντας καταργήσει τη σκηνή, εύστοχα «εγκλωβίζει» -το υπαρξιακό αδιέξοδο- τους ηθοποιούς της σ’ ένα τετράγωνο, χαραγμένο στο πάτωμα, ανάμεσα στα καθίσματα που ’χουν τοποθετηθεί σε τρεις εξέδρες σε σχήμα πι -η ιδέα του σκηνικού χώρου επίσης δική της-, τονίζοντας το ιλαρό στοιχείο της ιλαροτραγωδίας. Αλλά η σκηνοθέτρια, ίσως γιατί είναι η πρώτη της δουλειά, και θέλησε να κάνει πιο αισθητή την παρουσία της έχει αυξήσει τα -ήδη πολλά και σαφή- σύμβολα του έργου: το ζευγάρι Βλαδίμηρος-Εστραγκόν το ’χει διπλασιάσει θέλοντας, προφανώς να τονίσει την παγκοσμιότητα του έργου -όλοι Ντιντί και Γκογκό είμαστε-, αντικατέστησε το δέντρο με μια κατακόρυφη δέσμη φωτός -οι ηθοποιοί διαρκώς άνω θρώσκουν-, πρόσθεσε στην αρχή έναν τελετάρχη-περφόρμερ που δίνει το πρόσταγμα για το κλοουνίστικό παιχνίδι, το Αγόρι έχει γίνει μια -εντυπωσιακή- αλλόκοτη, πανύψηλη, υπερφυσική λευκή φιγούρα ενώ ο Γιώργος Μαυρίδης έντυσε μουσικά την παράσταση ενός έργου που, κατά τη γνώμη μου, ενέχει τη μουσικότητα κι η μουσική επένδυση του ’ναι περιττή. Τα κοστούμια, οι μάσκες κι η επιμέλεια του σκηνικού χώρου της Ιωάννας Πλέσσα κι ο σχεδιασμός των φωτισμών απ’ τον Περικλή Μαθιέλλη εξυπηρετούν την παράσταση. Όπως κι οι ηθοποιοί: Νατάσα Εξηνταβελώνη -δροσερή, ευκίνητη φιγούρα-, Ανδρέας Κανελλόπουλος, Γιάννης Καράμπαμπας, Κίμων Κουρής. Ξεχώρισα την πλαστικότητα του Γιάννη Λεάκου και, κυρίως, τον Γιώργο Κατσή που δίνει κι εδώ δείγματα εξαιρετικού ταλάντου: με φιγούρα που «γράφει», με έλεγχο, με κίνηση αρμονική, κάνει αισθητή, σημαίνουσα τη βουβή παρουσία του ενώ στην τεράστια, παραληρηματική -αβανταδόρικη, βέβαια- τιράντα του Λάκι υπερβαίνει εαυτόν.

(Για την παράσταση υπάρχει μόνο ένα -καλόγουστο- φλάιερ. Διατίθεται, όμως, η μετάφραση του έργου απ’ την Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, που χρησιμοποιείται στην παράσταση, με επίμετρο το εξαιρετικό δοκίμιο «Είναι χωρίς χρόνο» του Γκούντερ Άντερς, σε μετάφραση Μίλτου Φραγκόπουλου -Εκδόσεις «Ύψιλον», Σειρά «Θέατρο»).

Πηγή – Το Τέταρτο Κουδούνι

(25/12/2018)