Έλενα Μαυρίδου: «Δεν ξέρει κανείς ποιος είναι ο Γκοντό και δεν έχει σημασία»
Από Ντέπυ Κουρέλλου
Δημοσιεύτηκε στις 25.10.2020

«Νιώθω ήρεμη που όταν σκηνοθετώ δεν λαχταρώ τη σκηνή και όταν παίζω και με σκηνοθετούν αισθάνομαι ασφαλής να αφεθώ στον σκηνοθέτη μου» λέει η Έλενα Μαυρίδου, που επανέρχεται στη θεατρική Αθήνα με το «Περιμένοντας τον Γκοντό» πάνω και πίσω από τη σκηνή.

Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» επιστρέφει για δεύτερη χρονιά. Στο Σύγχρονο Θέατρο αυτή τη φορά. Υπογράφετε τη σκηνοθεσία, δραματουργία, ιδέα σκηνικού χώρου – κίνηση και πρωταγωνιστείτε. Περιγράψτε μας την αίσθηση να έχετε τον συνολικό έλεγχο ενός έργου, μιας παράστασης.
Η ενασχόλησή μου με το έργο ξεκινάει χρόνια πριν. Όλα τα πεδία της παράστασης δουλεύτηκαν σε στάδια. Οπότε κάθε καινούργιος ρόλος που έχω στην παράσταση πατάει πάνω σε δουλειά που προηγήθηκε και είχε τον χρόνο της να ωριμάσει. Δούλεψα σε διάφορες χρονικές περιόδους. Αρχικά με μια ομάδα νέων ηθοποιών του Εθνικού για περίπου μισό χρόνο εργάστηκα πάνω στον σχεδιασμό της κινησιολογίας της παράστασης. Μια αυστηρή κινησιολογική γραμμή με επαναλαμβανόμενα κινησιολογικά μοτίβα, προσπαθώντας να κατασκευάσω μια γλώσσα για το σύμπαν αυτό και θέλοντας να ερευνήσω την έννοια του άπειρου στη σκηνή. Παράλληλα, σε μια άλλη ομάδα εργασίας, δούλευα πάνω στη δραματουργία του έργου. Ήθελα να μελετήσω τις διαφορές και ομοιότητες της πρώτης με τη δεύτερη πράξη, προκειμένου να δημιουργήσω έναν πολλαπλασιασμό στον αριθμό των χαρακτήρων του έργου. Οι πρόβες ήρθαν λοιπόν πολύ αργότερα, βρίσκοντάς με έτοιμη με προτάσεις στη δραματουργία και στην κίνηση. Τη σκηνοθεσία τη δρομολόγησε αρκετά η ιδέα του σκηνικού χώρου. Το καινούργιο στοίχημα αυτή τη φορά είναι ότι μπαίνω μέσα και ως ηθοποιός να παίξω τον Πότζο. Μπαίνω μετά από καιρό ξανά ως ηθοποιός και αυτό με γεμίζει με χαρά και λαχτάρα.

Τι είναι αυτό που κάνει το συγκεκριμένο έργο του Μπέκετ τόσο δημοφιλές, ώστε οι δημιουργοί παγκοσμίως επιμένουν να το επιλέγουν;
Είναι πολλά αυτά που μπορεί κανείς να μελετήσει και να αγαπήσει σε αυτό το έργο. Ίσως ο χώρος που δίνει για να φιλοσοφήσει κανείς για τη ζωή. Την πρώτη φορά που το διάβασα ήμουν πολύ μικρή σε ηλικία, θυμάμαι να μην καταλαβαίνω πολλά. Κάτι όμως μέσα μου ενεργοποιήθηκε. Γέλασα και αγάπησα τους χαρακτήρες του έργου και, ενώ γελούσα μαζί τους, μου γεννήθηκε μια μελαγχολία. Αγκιστρώθηκα από αυτή την πρώτη ανάγνωση του έργου και ακόμη τη θυμάμαι. Ίσως γιατί βαθιά μέσα μου ενεργοποιήθηκε αυτό το «κάτι». Αυτό το «κάτι» που καθορίζει τον βαθμό μελαγχολίας που κουβαλάει ο καθένας μας για το υπόλοιπο της ζωής του. Μελαγχολία πάνω στο ερώτημα «ποιο είναι τελικά το νόημα της ύπαρξης του ανθρώπου;». Ίσως αυτό το «κάτι» το κουβαλάμε από μικρά παιδιά. Μια εσωτερική υπαρξιακή αγωνία. Θα μπορούσε κανείς να οραματιστεί ότι δημιουργείται τη στιγμή της σύλληψής μας. Άραγε υπάρχει κάποιο νόημα για τη ζωή; Το έργο αυτό έχει δεχτεί πολλές ερμηνείες και συζητήσεις για την ταυτότητα του Γκοντό.

Τελικά, ποιος είναι ο Γκοντό;
Αυτή είναι μια ερώτηση που μας βασανίζει άδικα όλους. Το να αναρωτιόμαστε ποιος ή τι είναι ο Γκοντό δεν έχει κανένα νόημα. Δεν ξέρει κανείς ποιος είναι ο Γκοντό και δεν έχει σημασία ποιος ή τι μπορεί να είναι. Δεν ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη, αλλά οι επίσημες ιστορίες θέλουν τον Μπέκετ να σωπαίνει γύρω από την ταυτότητα του Γκοντό και να μην αποκαλύπτει στοιχεία για το πώς τον εμπνεύστηκε. Μου αρέσει να οραματίζομαι τον Μπέκετ κάπου, κάποτε σε ένα μπαρ μεθυσμένο να αποκαλύπτει την ταυτότητα του Γκοντό στους φίλους του. Και να είναι κάτι πολύ απλό, κάτι που σχεδόν δεν έχει σημασία. Κάτι που προκαλεί γέλιο και μοιάζει με φάρσα, ότι π.χ. το όνομα Γκοντό είναι το όνομα ενός γείτονά του. Και μετά, από τη στιγμή που φουντώνει η φήμη του Γκοντό, να μην αναφέρεται ξανά σε αυτό. Να δίνει χώρο στη φαντασία των ανθρώπων και να εμπιστεύεται τη δύναμη της δραματουργίας του για να γεννηθούν καινούργιες ιδέες. Κάπου εκεί τελειώνει το όνειρό μου με τον Μπέκετ να διασκεδάζει μ’ εμάς και απάντηση δεν έχω καμία. Ο Γκοντό δεν είναι εκεί. Ο Γκοντό παραμένει αινιγματικός, ακριβώς επειδή είναι το όνομα «αυτού του γεγονότος» που ορίζει τη ζωή ως αναμονή για κάτι. Το «περιμένοντας», λοιπόν, είναι η λέξη που έχει τη μεγαλύτερη δύναμη στο έργο.

Σας ταιριάζει καλύτερα η σκηνοθεσία από την υποκριτική;
Μπλέκω με αρκετά πόστα του θεάτρου. Όταν αφοσιώνεσαι περισσότερο για ένα διάστημα σε ένα κομμάτι, αυτό γίνεται λίγο εις βάρος της άλλης σου εργασίας. Λίγο σαν να κλέβει το ένα από το άλλο. Αλλά και σαν παράλληλα να τροφοδοτεί το ένα το άλλο και να το εμπλουτίζει. Παίζω πολύ περισσότερα χρόνια απ’ ό,τι σκηνοθετώ. Οπότε μοιραία το φίλτρο του ηθοποιού είναι πάντα εκεί. Νιώθω ήρεμη που όταν σκηνοθετώ δεν λαχταρώ τη σκηνή και όταν παίζω και με σκηνοθετούν αισθάνομαι ασφαλής να αφεθώ στον σκηνοθέτη μου. Δύο πλευρές μου που δεν πολυμπερδεύονται και δεν ανταγωνίζονται. Το ίδιο και πρόσφατα, που αφοσιώθηκα σε κατασκευές μασκών και μαριονετών για το θέατρο και σε διδασκαλία υποκριτικής. Δεν σκεφτόμουν ούτε τη σκηνοθεσία ούτε τη σκηνή. Νιώθω περισσότερο άνθρωπος του θεάτρου.

Είναι εύκολο να είσαι γυναίκα σκηνοθέτης στην Ελλάδα;
Εάν κοιτάξει κανείς την κάθε λέξη ξεχωριστά, υπάρχει τίποτα το εύκολο σε αυτές; Γυναίκα; Σκηνοθέτις; Ελλάδα; Είναι όλα μια περιπέτεια! Την ίδια στιγμή όμως που μπορούμε να κουβεντιάσουμε τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει μια γυναίκα σκηνοθέτης στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή αναγνωρίζουμε πως το 2020 ο δρόμος για τις γυναίκες σε ηγετικές θέσεις είναι πιο ανοιχτός από ποτέ. Έχουμε διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών, διευθύντριες στα ΔΗΠΕΘΕ και μπορούμε σίγουρα να δούμε σπουδαίες σκηνοθέτριες, αναγνωρισμένες, με υπέροχες προτάσεις στο θέατρο. Κάποτε το ανδρικό πρότυπο υιοθετούσε ένα ανδρικό στιλ σκηνοθετικής ηγεσίας με συγκεκριμένη φωνή, ντύσιμο και συμπεριφορά, πράγμα που απέτρεπε έως και απαγόρευε σε μια γυναίκα με όραμα να επιβάλει την παρουσία της σε αυτόν τον χώρο εάν δεν ήταν διατεθειμένη να αφήσει ένα κομμάτι της θηλυκής της πλευράς στην άκρη. Ίσως κάποιοι άνθρωποι κάποτε πίστεψαν ότι ήταν ο μόνος τρόπος να πείσει μια γυναίκα τους ανθρώπους γύρω της ότι ξέρει τι λέει. Να μιμείται πετυχημένα πρότυπα. Κι αυτό όλο γιατί συνεχώς η κοινωνία μας ζητά να ανταποκρινόμαστε σε πρότυπα, για να αποδείξουμε την αξία μας, και να ανήκουμε κάπου, να είμαστε αποδεκτοί. Πάντα υπήρχαν δυναμικές γυναίκες που έκαναν σπουδαίο έργο και είχαν καθαρά τη δική τους φωνή και τον δικό τους τρόπο έκφρασης. Τα πράγματα πηγαίνουν προς το καλύτερο. Πιστεύουμε όλο και πιο πολύ σε τέτοιες φωνές. Συζητάμε για δικαιώματα περισσότερο από ποτέ. Μαθαίνουμε από την Ιστορία ότι υπήρξε η Αλίς Γκι-Μπλασέ, γεννημένη το 1873, που ήταν η πρώτη πραγματική πρωτοπόρος του σινεμά και μάλιστα η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτης. Υπάρχει μια φήμη ότι μια μεγάλη περίοδο γύρω στο 1900 ήταν η μόνη γυναίκα σκηνοθέτης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Συμμετείχατε στο ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο της Μελίνας Μερκούρη «Μελίνα Στοπ Καρέ – Αναζητώντας τη σύγχρονη ελληνικότητα» που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Μάνος Καρατζογιάννης. Πείτε μας γι’ αυτό.
Εκατό χρόνια συμπληρώνονται από τη γέννηση της Μελίνας Μερκούρη. Ήταν υπέροχη η συνάντηση με τον Μάνο και με συναδέλφους που εκτιμώ πολύ. Το έργο αποτελείται από δεκατρία «μονοπλάνα» που αφηγούμαστε δεκατρείς από τις ηθοποιούς που έχουμε βραβευτεί με το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη». Το ενδέκατο κεφάλαιο, όπου παίζω, είναι το «Έστιν ουν» και αναφέρεται στην τραγωδία και στις δύο τραγωδίες που έπαιξε η Μελίνα, στα δύο πρόσωπα που ερμήνευσε. Τη «Μήδεια» σε σκηνοθεσία του Βολανάκη και την «Κλυταιμνήστρα», που ήταν και η τελευταία της θεατρική εμφάνιση, η πρώτη στην Επίδαυρο και η τελευταία στην καριέρα της με την «Ορέστεια» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία του Κουν. Ήταν υπέροχο να ενσαρκώνω για λίγο μια περίοδο της ζωής αυτής της γυναίκας.

Πηγή – Free Sunday

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ

Έλενα Μαυρίδου: «Aντιλαμβάνομαι την ελληνικότητα στη τέχνη ως ένα παιχνίδι του να δίνεις αξία σε μορφές της παράδοσης που δεν αποτελούν μόδα μιας εποχής» | Αθηνόραμα

Έλενα Μαυρίδου: «Aντιλαμβάνομαι την ελληνικότητα στη τέχνη ως ένα παιχνίδι του να δίνεις αξία σε μορφές της παράδοσης που δεν αποτελούν μόδα μιας εποχής» | Αθηνόραμα

Η σύνθεση του «Λάμπρου» ξεκινάει το 1823 και διαρκεί για πάνω από 10 χρόνια. Ο Σολωμός επέστρεφε σε αυτό λέγοντας πως το αγαπάει ιδιαίτερα.

read more